- μελετιό
- μελετιό, τὸ (Μ)μελέτη.[ΕΤΥΜΟΛ. < μελετῶ + κατάλ. -ιό (πρβλ. τεμπελ-ιό)].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
άρειος — I (Λιβύη περ. 260 μ.Χ. – 336 μ.Χ.). Θεολόγος και κληρικός, ιδρυτής της αίρεσης του αρειανισμού. Σπούδασε στην Αντιόχεια αρχικά, όπου υπήρξε μαθητής του Λουκιανού, και στη συνέχεια στη Σχολή της Αλεξάνδρειας. Στην Αλεξάνδρεια συνδέθηκε με τον… … Dictionary of Greek
ατμοσφαιρικός — ή, ό 1. ο σχετικός με την ατμόσφαιρα, αυτός που υπάρχει ή ανήκει σ αυτήν ή προέρχεται από αυτήν 2. φρ. α) «ατμοσφαιρικά παράσιτα» φυσικά παρασιτικά κύματα που παράγονται από ηλεκτρικές διαταραχές της ατμόσφαιρας β) «ατμοσφαιρική πίεση» πίεση που… … Dictionary of Greek
ατμόσφαιρα — Αεριώδης μάζα που περιβάλλει τη Γη και επιτρέπει τη ζωή του ανθρώπου και όλων των άλλων οργανισμών του ζωικού και του φυτικού βασιλείου. Τα φαινόμενα που συμβαίνουν μέσα στην α., εκτός του ότι συμβάλλουν στη γεωλογική εξέλιξη του πλανήτη,… … Dictionary of Greek
βλαστός — I Επώνυμο λογίων, από διάφορες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, κυρίως κρητικής καταγωγής. 1. Αλέξανδρος (1816 – 1844). Γιατρός από τη Χίο. Το 1822 κατέφυγε στην Τεργέστη για να αποφύγει τους διωγμούς των Τούρκων. Ο ίδιος σπούδασε ιατρική στη… … Dictionary of Greek
καλλίνικος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μαρτύρησε με ξίφος μαζί με τη Βασίλισσα, η οποία στους Συναξαριστές και στα Μηναία αναφέρεται ως Καλλινίκη. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Μαρτίου. 2. Καταγόταν από την Κιλικία. Μαρτύρησε στη Γάγγρα,… … Dictionary of Greek
μελετιανός — και μελιτιανός, ή, ό (Μ μελετιανός, ή, όν) [Μελέτιος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σχισματικό επίσκοπο Λυκοπόλεως τής Αιγύπτου Μελέτιο ή Μελίτιο («μελετιανό σχίσμα») νεοελλ. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οι Μελετιανοί και Μελιτιανοί αυτοί που… … Dictionary of Greek
μεσοβορράς — και μεσοβοριάς, ο ονομασία τού ανέμου που πνέει μεταξύ βόρειων και βορειοανατολικών διευθύνσεων, κν. γραιγοτραμουντάνα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., στον λόγιο τ. μεσοβορέας, μαρτυρείται από το 1728 στον Μελέτιο Μητροπολίτη Αθηνών] … Dictionary of Greek
σινικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κίνα ή στους Κινέζους («Σινική Θάλασσα») 2. αυτός που προέρχεται από την Κίνα 3. φρ. α) «Σινικό Τείχος» τείχος τού 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα στα βόρεια τής Κίνας, το μεγαλύτερο σωζόμενο αρχαίο τείχος… … Dictionary of Greek
φωτεινός — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Γιος της Φωτεινής. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου. 2. Μαρτύρησε στην Απαμεία το 297, μαζί με τον πατέρα του Μαυρίκιο και πολλούς άλλους. Η μνήμη του τιμάται στις 27 Δεκεμβρίου. 3. Πέθανε με … Dictionary of Greek
Αβράμιος, Ιωάννης — (Βενετία 1670 – Βιέννη 1718).Λόγιος και ιερωμένος, κρητικής καταγωγής. Σπούδασε αρχαία ελληνικά και λατινικά. Υπήρξε εφημέριος της ελληνικήςεκκλησίας της Βενετίας, εργάστηκε στα ελληνικά τυπογραφεία της πόλης ως διορθωτής εκκλησιαστικών βιβλίων… … Dictionary of Greek